§1.1Ο ΔΕ Φιλοπάτωρ παρὰ τῶν ἀνακομισθέντων μαθὼν τὴν γινομένην τῶν ἐπʼ αὐτοῦ κρατουμένων τόπων ἀφαίρεσιν ὑπὸ Ἀντιόχου, παραγγείλας ταῖς πάσαις δυνάμεσιν πεζικαῖς καὶ ἱππικαῖς, καὶ τὴν ἀδελφὴν Ἀρσινόην συνπαραλαβών, ἐξώρμησεν μέχρι τῶν κατὰ Ῥαφίαν τόπων, ὅπου παρεμβεβλήκεισαν οἱ περὶ Ἀντίοχον.
필로파토르는 자신에게 복속되어 있던 영토가 안티오코스에 의해 탈취되었다는 소식을 생존자들을 통해 듣고, 보병과 기병의 전 군대에 동원을 명령하고 그의 누이 아르시노에를 동반하여 안티오코스와 그의 군대가 진을 치고 있던 라피아 부근까지 진군했다.
§1.2Θεόδοτος δέ τις ἐκπληρῶσαι τὴν ἐπιβουλὴν διανοηθείς, παραλαβὼν τῶν προυποτεταγμένων αὐτῷ ὅπλων Πτολεμαικῶν τὰ κράτιστα, διεκομίσθη νύκτωρ ἐπὶ τὴν τοῦ Πτολεμαίου σκηνήν, ὡς μόνος κτεῖναι αὐτόν, καὶ ἐν τούτῳ διαλῦσαι τὸν πόλεμον.
근데 테오도토스라는 자가 음모를 실행하기로 마음먹고, 이전에 자신에게 배속되었던 프톨레마이오스의 군대 중 가장 정예병들을 이끌고 밤중에 프톨레마이오스의 천막으로 침투했다. 그를 단독으로 살해하여 이로써 전쟁을 끝내기 위함이었다.
§1.3τοῦτον δὲ διάγων Δωσίθεος ὁ Δριμύλου λεγόμενος, τὸ γένος Ἰουδαῖος, ὕστερον δὲ μεταβαλὼν τὰ νόμιμα καὶ τῶν πατρίων δογμάτων ἀπηλλοτριωμένος, ἄσημόν τινα κατέκλινεν ἐν τῇ σκηνῇ, ὃν συνέβη κομίσασθαι τὴν ἐκείνου κόλασιν.
그러나 드리밀로스의 아들이라 불리는 도시테오스라는 자가—그는 혈통으로는 유대인이었으나 나중에 율법을 바꾸고 조상의 가르침으로부터 멀어진 자였는데—왕을 밖으로 인도하고, 대신 어떤 무명의 남자를 천막에 뉘어 두었다. 그 결과 그 남자가 왕의 벌을 대신 받게 되었다.
§1.4γενομένης δὲ καρτερᾶς μάχης καὶ τῶν πραγμάτων μᾶλλον ἐρρωμένων τῷ Ἀντιόχῳ, ἱκανῶς ἡ Ἀρσινόη ἐπιπορευσαμένη τὰς δυνάμεις παρεκάλει μετὰ οἴκτου καὶ δακρύων, τοὺς πλοκάμους λελυμένη, βοηθεῖν ἑαυτοῖς τε καὶ τοῖς τέκνοις καὶ ταῖς γυναιξὶν θαρραλέως, ἐπαγγελλομένη δώσειν νικήσασιν ἑκάστῳ δύο μνᾶς χρυσίου·
치열한 전투가 벌어지고 전세가 안티오코스에게 더 유리해지자, 아르시노에는 군대 사이를 두루 돌며 머리를 풀어헤친 채 애통함과 눈물로 자신들과 자녀와 아내들을 위해 용감하게 싸울 것을 간곡히 호소하며, 승리하는 자에게는 각자 금 두 미나를 주겠다고 약속했다.
§1.5καὶ οὕτως συνέβη τοὺς ἀντιπάλους ἐν χειρονομίαις διαφθαρῆναι, πολλοὺς δὲ καὶ δοριαλώτους συλλημφθῆναι.
그 결과 적들은 육탄전 끝에 전멸했고, 많은 이들이 생포되어 포로가 되었다.
§1.6κατακρατήσας δὲ τῆς ἐπιβουλῆς ἔκρινεν τὰς πλησίον πόλεις ἐπελθὼν παρακαλέσαι.
이 음모를 물리쳐 승리를 거둔 후, 그는 인근 도시들을 방문하여 그들을 격려하기로 결심했다.
§1.7ποιήσας δὲ τοῦτο, καὶ τοῖς τεμένεσι δωρεὰς ἀπονείμας, εὐθαρσεῖς τοὺς ὑποτεταγμένους κατέστησεν.
이 일을 행하고 성소들에 선물을 내림으로써, 그는 복속된 백성들을 크게 격려했다.
§1.8Τῶν δὲ Ἰουδαίων διαπεμψαμένων πρὸς αὐτὸν ἀπὸ τῆς γερουσίας καὶ τῶν πρεσβυτέρων τοὺς ἀσπασομένους αὐτὸν καὶ ξένια κομιοῦντας καὶ ἐπὶ τοῖς συμβεβηκόσιν χαρησομένους, συνέβη μᾶλλον αὐτὸν προθυμηθῆναι, ὡς τάχιστα πρὸς αὐτοὺς παραγενέσθαι.
유대인들이 공의회와 장로들 가운데서 왕을 영접하고 선물을 전달하며 일어난 일들에 대해 축하하기 위해 사절단을 보내자, 왕은 그들을 가능한 한 빨리 방문하기를 더욱 간절히 원하게 되었다.
§1.9διακομισθεὶς δὲ εἰς Ἰεροσόλυμα, καὶ θύσας τῷ πιστῷ θεῷ καὶ χάριτας ἀποδιδοὺς καὶ τῶν ἑξῆς τι τῷ τόπῳ ποιήσας, καὶ δὴ παραγενόμενος εἰς τὸν τόπον καὶ τῇ σπουδαιότητι καὶ εὐσεβείᾳ καταπληγείς,
그는 예루살렘에 이르러 신실하신 하나님께 희생제물을 드리고 감사를 표했으며, 그 장소에 걸맞은 합당한 일들을 행한 뒤, 참으로 성소에 이르러 그 장엄함과 경건함에 압도되었다.
§1.10θαυμάσας δὲ καὶ τὴν τοῦ ἱεροῦ εὐταξίαν, ἐνεθυμήθη βουλεύσασθαι εἰς τὸν ναὸν εἰσελθεῖν.
그는 또한 성전의 질서정연함에 감탄하며 성전 내실로 들어가기로 마음먹고 결심했다.
§1.11τῶν δὲ εἰπόντων μὴ καθήκειν γίνεσθαι τοῦτο, διὰ τὸ μηδὲ τοῖς ἔθνεσιν εἰσιέναι, μηδὲ πᾶσιν τοῖς ἱερεῦσιν, ἀλλʼ ἢ μόνῳ τῷ προηγουμένῳ πάντων ἀρχιερεῖ, καὶ τούτῳ κατʼ ἐνιαυτὸν ἅπαξ, ὁ δὲ οὐδαμῶς ἐπείθετο.
사람들이 이방인뿐만 아니라 모든 제사장조차 들어가는 것이 허용되지 않으며, 오직 모든 이들의 우두머리인 대제사장 한 사람만이 일 년에 단 한 번 들어갈 수 있으므로 이러한 일은 허용되지 않는다고 말했으나, 왕은 전혀 듣지 않았다.
§1.12τοῦ τε νόμου παραναγνωσθέντος, οὐδ᾿ ὣς ἀπέλειπεν προφερόμενος ἑαυτὸν δεῖν εἰσελθεῖν, λέγων Καὶ εἰ ἐκεῖνοι ἐστέρηνται ταύτης τῆς τιμῆς, ἐμὲ δὲ οὐ δεῖ.
율법이 그의 앞에서 낭독되었음에도 불구하고, 그는 들어가야 한다고 주장하며 포기하지 않고 말하기를, "비록 그들이 이 영예를 빼앗겼을지라도 나마저 그래야 하는 것은 아니다"라고 했다.
§1.13καὶ ἐπυνθάνετο διὰ τίνα αἰτίαν αὐτὸν εἰσερχόμενον εἰς πᾶν τέμενος οὐθεὶς ἐκώλυσεν τῶν παρόντων.
그리고 그는 자신이 다른 어떤 성소에 들어갈 때에는 배석한 자들 중 아무도 왜 제지하지 않았는지 물었다.
§1.14καί τις ἀπρονοήτως ἔφη κακῶς αὐτὸ τοῦτο τερατεύεσθαι·
그러자 어떤 이가 무심코 그것이야말로 나쁜 징조라고 말했다.
§1.15γινομένου δέ, φησίν, τούτου, διὰ τίνα αἰτίαν οὐχὶ πάντων εἰσελεύσεσθαι, καὶ θελόντων αὐτῶν καὶ μή; §1.16Τῶν δὲ ἱερέων ἐν πάσαις ταῖς ἐσθήσεσιν προσπεσόντων, καὶ δεομένων τοῦ μεγίστου θεοῦ βοηθεῖν τοῖς ἐνεστῶσιν, καὶ τὴν ὁρμὴν τοῦ κακῶς ἐπιβαλλομένου μεταθεῖναι, κραυγῆς τε μετὰ δακρύων τὸ ἱερὸν ἐμπλησάντων,
왕은 말했다. "그러나 이미 이 일이 일어나고 있는 이상, 그들이 원하든 원치 않든 내가 어찌하여 기어코 들어가지 못하겠는가?" 제사장들이 모든 성의를 입고 엎드려, 지극히 크신 하나님께 현재 닥친 위기에서 자신들을 돕고 악한 음모를 꾸미는 자의 충동을 돌려놓아 주시기를 간구하며, 눈물 섞인 부르짖음으로 성전을 가득 채웠다.
§1.17οἱ κατὰ τὴν πόλιν ἀπολειπόμενοι ταραχθέντες ἐξεπήδησαν, ἄδηλον τιθέμενοι τὸ γινόμενον.
성안에 남아 있던 이들도 소란에 동요되어 밖으로 뛰쳐나왔으며, 무슨 일이 일어나고 있는지 알지 못해 불안해했다.
§1.18αἵ τε κατάκλειστοι παρθένοι ἐν θαλάμοις σὺν ταῖς τεκούσαις ἐξώρμησαν· καὶ ἀπέδωκαν κόνει τὰς κόμας πασάμεναι, πού γε καὶ στεναγμῶν ἐνεμπίπλων τὰς πλατείας.
방안에 갇혀 지내던 처녀들도 어머니들과 함께 뛰쳐나왔고, 머리에 먼지를 뒤집어쓴 채 거리거리를 탄식으로 가득 채웠다.
§1.19αἱ δὲ καὶ προσαρτίως ἐσταλμέναι, τοὺς πρὸς ἅπαν νῦν διατεταγμένους καὶ τὴν ἁρμόζουσαν αἰδὼ παραλείπουσαι, δρόμον ἄτακτον συνίσταντο,
최근에 혼인한 신부들도 자신들에게 배정된 신방과 합당한 수줍음마저 저버린 채 무질서하게 달아났다.
§1.20τὰ δὲ νεογνὰ τῶν τέκνων αἱ πρὸς τούτοις μητέρες καὶ τιθηνοὶ παραλείπουσαι ἄλλως καὶ ἄλλως, αἱ μὲν κατʼ οἴκους, αἱ δὲ κατὰ τὰς ἀγυιὰς ἀνεπιστρέπτως εἰς τὸ πανυπέρτατον ἱερὸν ἠθροίζοντο.
갓난아이를 둔 어머니들과 유모들도 아이들을 내팽개치고, 어떤 이들은 집안에, 어떤 이들은 거리에 돌아보지 않고 내버려 둔 채 지극히 높은 성전으로 몰려들었다.
§1.21ποικίλη δὲ ἦν τῶν εἰς τοῦτο συλλεγέντων ἡ δέησις ἐπὶ τοῖς ἀνοσίως ὑπʼ ἐκείνου κατεγχειρουμένοις.
이곳에 모인 사람들의 기도는 왕이 저지르는 불경한 시도에 대하여 실로 다양했다.
§1.22σύν τε τούτοις οἱ περὶ τῶν πολιτῶν θρασυνθέντες οὐκ ἠνείχοντο τέλεον αὐτοῦ ἐπικειμένου καὶ τὸ τῆς προθέσεως ἐκπληροῦν διανοουμένου·
이들과 함께 시민들 중 혈기 넘치는 이들은 왕이 완강히 압박하며 그 의도를 관철하려 하는 것을 도저히 묵과할 수 없었다.
§1.23φωνήσαντες δὲ τὴν ὁρμὴν ἐπὶ τὰ ὅπλα ποιήσασθαι, καὶ θαρραλέως ὑπὸ τοῦ πατρῴου νόμου τελευτᾷν, ἱκανὴν ἐποίησαν ἐν τῷ τόπῳ τραχύτητα, μόλις δὲ ὑπό τε τῶν γεραιῶν καὶ τῶν πρεσβυτέρων ἀποτραπέντες, ἐπὶ τὴν αὐτὴν τῆς δεήσεως παρῆσαν στάσιν.
그들은 무기를 들고 돌격하여 조상의 율법을 위해 용감히 죽자고 소리치며 그 장소를 큰 혼란에 빠뜨렸으나, 연장자들과 장로들의 만류로 간신히 돌아와 다시 동일한 기도 자세를 취했다.
§1.24καὶ τὸ μὲν πλῆθος ὡς ἔμπροσθεν τούτοις ἀνεστρέφετο δεόμενον.
군중은 이전과 같이 기도를 계속 이어갔다.
§1.25οἱ δὲ περὶ τὸν βασιλέα πρεσβύτεροι πολλαχῶς ἐπειρῶντο τὸν ἀγέρωχον αὐτοῦ νοῦν ἐξιστάνειν τῆς ἐντεθυμημένης ἐπιβουλῆς.
왕 주변의 장로들은 그가 도모하려는 무도한 음모로부터 그 오만한 마음을 돌이키고자 다방면으로 노력했다.
§1.26θρασυνθεὶς δὲ καὶ πάντας παραπέμψας ἤδη, καὶ πρόσβασιν ἤδη ἐποιεῖτο, τέλος ἐπιθήσειν δοκῶν τῷ προειρημένῳ.
그러나 왕은 더욱 대담해져 이미 모두를 물리치고, 앞서 말한 목적을 실현하고자 생각하며 이미 입구로 다가서고 있었다.
§1.27ταῦτα οὖν καὶ οἱ περὶ αὐτὸν ὄντες θεωροῦντες ἐτράπησαν εἰς τὸ σὺν τοῖς ἡμετέροις ἐπικαλεῖσθαι τὸν πᾶν κράτος ἔχοντα τοῖς παροῦσιν ἐπαμῦναι, μὴ περιιδόντα τὴν ἄνομον καὶ ὑπερήφανον πρᾶξιν.
이것을 본 왕 주변의 자들도 우리 백성(유대인)과 함께, 전능하신 분께 현재의 상황을 도와주시고 이 불법하고 오만한 행위를 묵인하지 말아 주시기를 간구하기 시작했다.
§1.28ἐκ δὲ τῆς πυκνοτάτης τε καὶ ἐνπόνου τῶν ὄχλων συναγομένης κραυγῆς ἀνείκαστός τις ἦν βοή·
밀집한 군중이 지르는 가장 가슴 아픈 통곡의 소리로부터 형용할 수 없는 큰 부르짖음이 일어났다.
§1.29δοκεῖν γὰρ ἦν μὴ μόνον τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ τὰ τείχη καὶ τὸ πᾶν ἔδαφος ἠχεῖν, ἅτε δὴ τῶν πάντων τότε θάνατον ἀλλασσομένων ἀντὶ τῆς τοῦ τόπου βεβηλώσεως.
그 소리는 사람들뿐만 아니라 성벽과 온 땅조차도 뒤흔드는 듯했는데, 당시 모든 이들이 성소가 더럽혀지는 것 대신 차라리 죽음을 맞이하고자 했기 때문이다.